Η περιφέρεια της Λυκίας, όπως ήταν το αρχαίο όνομα της περιοχής, καταλαμβάνει το νοτιοδυτικό τμήμα της Μ.Ασίας, και συνορεύει προς τα βόρεια με την Καρία, προς τα βορειο-ανατολικά με την Πισιδία, ανατολικά με την Παμφυλία ενώ δυτικά και νότια βρέχεται από το Αιγαίο πέλαγος και τη Μεσόγειο θάλασσα αντίστοιχα.

Στην περιφέρεια της Λυκίας οι μεγαλύτερες πόλεις με χριστιανικό πληθυσμό μέχρι το 1923 ήταν η Μάκρη (σημ. Fethiye) και το Λιβίσι  (σημ.Kayaköy). Οι δύο οικισμοί συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους.  Η Μάκρη σε περίπου 36 ναυτικά μίλια απόσταση από τη Ρόδο, ήταν παραθαλάσσια πόλη χτισμένη στο μυχό του κόλπου του Γλαύκου, στη θέση της αρχαίας Τελμησσού. Το όνομα Μάκρη το πήρε από το ομώνυμο  νησί, που έχει μακρόστενο σχήμα,  απέναντι από την Τελμησσό (παλαιότερα île des Chevaliers, σημ Sovalye). Το Λιβίσι ήταν κτισμένο νοτιότερα σε απόσταση 7 χλμ περίπου από τη Μάκρη, στην πλαγιά λόφου προστατευμένου από τη θάλασσα. Η επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν με μονοπάτι στρωμένο με πέτρες.

6. oc14-003 Μάκρη γενική άποψη
Luigi Mayer 1792

Η περιοχή της Λυκίας  ανήκε στο σαντζάκι της Σμύρνης ή του ΑΪβαλιού, και αποτελούσε καζά (διοικητική διαίρεση αντίστοιχη περίπου του νομού)με πρωτεύουσα τη Μάκρη. Εδώ ήταν εγκατεστημένοι παλιοί κάτοικοι, νησιώτες από τα Δωδεκάνησα, χριστιανοί από το εσωτερικό (την Πισιδία κ.α.), Έλληνες από την ηπειρωτική Ελλάδα (Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο, νησιά του Αιγαίου) και Κύπρο, που λόγω των πολεμικών αναταραχών είχαν βρει καταφύγιο στην στη Μάκρη.

Η Μάκρη είχε περίπου 5300 κατοίκους,  εκ των οποίων  3000  Έλληνες  χριστιανοί, 1800 Μουσουλμάνοι, 400 Εβραίοι και λίγοι Αρμένιοι, Κούρδοι κ.ά. Το Λιβίσι είχε 6500 περίπου κατοίκους, όλους χριστιανούς. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Μάκρης ζούν μαζί με τους Χριστιανούς, αντίθετα με το Λιβίσι όπου έμεναν σε χωριστά χωριά. Χριστιανικοί πληθυσμοί ήταν επίσης εγκατεστημένοι μέχρι τα Μύρα, στην Αντίφελλο, το Καλαμάκι, τον Φοίνικα, την Κούμουτζα, τους Φούρνους, τα Πάταρα σε μικρότερες συγκεντρώσεις.

Η Μάκρη ήταν κτισμένη στα νότια του κόλπου του Γλαύκου, ο οποίος είναι αρκετά ανοιχτός. Εκτός από τη Μάκρη κατά μήκος του κόλπου και βορειότερα υπήρχαν κι άλλα μικρότερα λιμάνια, επίνεια μικρών οικισμών που είχαν χτιστεί στη θέση αρχαίων πόλεων. Στον κόλπο του Γλαύκου εκτός από το νησί της Μάκρης υπάρχουν ακόμη ο Ταρσανάς με μόνιμους κατοίκους (κυρίως νησιώτες Δωδεκανήσιους), σχολικές τάξεις, περιβόλια και ελιές, το Χοιρονήσι, το Παξιμάδι  και άλλα μικρότερα νησιά.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα η Μάκρη ήταν ένα λιμάνι με μικρή εμπορική κίνηση.   Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα παρατηρείται μια έντονη οικονομική ανάπτυξη, η οποία συνδέθηκε με πολιτικές μεταρρυθμίσεις της οθ αυτοκρατορίας (Τανζιμάτ) και συνοδεύτηκε από έλεγχο της ληστείας, κοινοτικά έργα, τόνωση του εμπορίου και ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Το 1864 κτίζεται η μεγάλη εκκλησία του αγ Νικολάου. Στη Μάκρη υπάρχουν ακόμη και δύο μικρότερες χριστιανικές εκκλησίες, δύο τζαμιά και μία συναγωγή.

Η περιοχή είναι σεισμογενής. Μετά από σεισμούς και την πυρκαγιά  του 1875 η πόλη της Μάκρης πήρε νέα όψη. Διαμορφώνεται η προκυμαία (Κορδόνι), δημιουργείται ρυμοτομικό σχέδιο, χτίζονται πέτρινα σπίτια εκ των οποίων, όσα είναι επί των κεντρικών δρόμων είναι συνήθως διώροφα με μαγαζί και αποθήκες κάτω και κατοικία στον όροφο. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με πέτρες (καλντερίμι)και υπάρχει φωτισμός με φανοστάτες στους κεντρικούς δρόμους. Η Μάκρη ως διοικητικό κέντρο της περιοχής του Μεντεσέ είχε τελωνείο, τηλεγραφείο, στρατώνα, πρωτοβάθμιο δικαστήριο και  γενικώς φιλοξενούσε την τοπική οθωμανική αρχή. Είχε οργανωμένη αγορά με μόνιμα καταστήματα, η οποία εξυπηρετούσε μια μεγάλη περιοχή και την ενδοχώρα και λιμάνι  με εμπορική κίνηση και  αποθήκες.

Οι Χριστιανοί κάτοικοι ασχολούνταν με το εμπόριο. Διατηρούσαν μαγαζιά με  υφάσματα, αποικιακά, δέρματα, φούρνους, κρεοπωλεία, ραφεία, καφενεία, φαρμακείο. Είναι επίσης κατασκευαστές παπουτσιών  και τεχνίτες  γανωτές, μαραγκοί, κ.λπ. Ένα πολύ  μικρότερο ποσοστό ασχολούνταν  με τη γεωργία, καλλιεργούσαν σιτάρι, σουσάμι, λαχανικά και καπνό. Οι δύο ατμοκίνητοι αλευρόμυλοι που λειτουργούν στις αρχές του 20ου αι ανήκουν σε Έλληνες.  Σημαντική ήταν  επίσης  η εκμετάλλευση των μεταλλείων χρωμίου της περιοχής από το τέλος 19ου αι από τον Μακρηνό  Χατζη- Νικόλα Λουιζίδη και τον  Άγγλο Πάτερσον, στα οποία εργάζονταν πολλοί κάτοικοι της περιοχής. Την εποχή της ακμής της η Μάκρη είχε  γαλλικό και αγγλικό υποπροξενείο και για μικρό διάστημα ελληνικό, και άλλους  εμπορικούς πράκτορες. Πολλοί από τους νέους, την περίοδο της ακμής,  στρέφονται στα γράμματα και η Μάκρη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι. έχει ντόπιους χριστιανούς δικηγόρους, γιατρούς, φαρμακοποιούς και δασκάλους εκπαιδευμένους στην Αθήνα και στο Εξωτερικό.

Από το λιμάνι της Μάκρης εξάγονταν  ξυλεία από τα δάση της Λυκίας, βελανίδια, σουσάμι, καπνός, ρεβύθια, μέλι, κάρβουνα  και δημητριακά. Η Μάκρη επικοινωνεί με τη Ρόδο, με την οποία αναπτύσσει μια έντονη εμπορική δραστηριότητα,  και συνδέεται ατμοπλοϊκώς με τη Σμύρνη και την Αίγυπτο. Στη Μάκρη γίνεται η  μετεπιβίβαση των ταξιδιωτών που κατευθύνονται στην Αίγυπτο. Η επικοινωνία της με την Αθήνα, όπως και με τη Σμύρνη, είναι τακτικότατη και αρκετοί Μακρηνοί εγκαθίστανται στην Αθήνα ή τη Σμύρνη πριν το 1922.

Η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής της πόλης είναι το διάστημα 1880-1914. Οι βαλκανικοί πόλεμοι και ο Α’ Παγκόσμιος κλονίζουν σοβαρά τις σχέσεις Χριστιανών –Μουσουλμάνων. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (1919) παρέχει στον ελληνικό στρατό το δικαίωμα να αποβιβαστεί στη Σμύρνη και να ελέγχει μια περιοχή μέχρι την Καρία (Αλικαρνασσός).  Ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη και καλύπτει μέσα σε δύο χρόνια μια πολύ μεγαλύτερη έκταση (Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια-Αφιον Καραχισάρ). Το 1922 μετά από πολλές νικηφόρες μάχες ο ελληνικός στρατός νικιέται απ΄ τον τουρκικό  και υποχωρεί παρασύροντας σε φυγή μαζί του και τους ελληνο-χριστιανικούς πληθυσμούς των παραλίων. Τον Σεπτέμβριο του 1922 πυρπολείται η Σμύρνη και η  Έξοδος των ελληνο-χριστιανικών πληθυσμών κορυφώνεται. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα εκκενώνεται και η Λυκία όχι μόνο η Μάκρη και το Λιβίσι αλλά και το Καλαμάκι, το Ελμαλί, ο Φοίνικας,η Αντίφελλος, τα Μύρα και τα Πάταρα. Το 1923 υπογράφεται η Συνθήκη της Λωζάνης και η Συνθήκης της Ανταλλαγής που υποχρεώνει περίπου 1.350.000 Έλληνες της Μ Ασίας να έρθουν στην Ελλάδα και 500.000 μουσουλμάνους να πάνε στην Τουρκία.

Το Λιβίσι βρισκόταν σε απόσταση περίπου 7 χλμ νότια της Μάκρης.  Οι πιθανότερες ερμηνείες συγκλίνουν στο ότι οι κάτοικοι του Λιβισιού προήλθαν από το νησί του Αι-Νικόλα νότια του Λιβισιού, οι οποίοι βρήκαν καταφύγιο από τις πειρατικές επιθέσεις στην απέναντι στεριά. Εκεί  αργότερα εγκαταστάθηκαν οικογένειες  από την Κύπρο και  το Καστελλόριζο, με το οποίο υπήρχε συνεχής επικοινωνία. Με  τη Ρόδο, τη Σύμη και το Καστελλόριζο η Μάκρη και το Λιβίσι συνδέονται μέσω  των εμπορικών σχέσεων, επιγαμιών και προσκυνηματικών επισκέψεων  στα  χριστιανικά μοναστήρια με σημαντικότερο του  Πανορμίτη στη Σύμη. Σημαντικά θρησκευτικά κέντρα επίσης είναι τα Μύρα, όπου βρίσκεται ο ναός του αγ Νικολάου, και οι Άγιοι Τόποι όπου πηγαίνουν για «χατζιλίκι» πολλοί από τους κατοίκους των δύο πόλεων.

Το Λιβίσι είναι  χτισμένο πάνω σε λόφο προστατευμένο και αθέατο από την πλευρά της θάλασσας, με την οποία επικοινωνούσε μέσω μονοπατιού που οδηγούσε στο μικρό λιμάνι Βαΐ.  Ένα μέρος του Λιβισιού είναι χτισμένο μέσα σε παλαιότερο κάστρο, ίχνη του οποίου διακρίνονται ακόμη σε μερικά σημεία. Περιελάμβανε τρεις γειτονιές-ενορίες  μεγαλύτερες (Επάνω , Κάτω και Μέση γειτονιά) και αρκετές μικρότερες. Στο Λιβίσι υπήρχαν δύο μεγάλες εκκλησίες ο Ταξιάρχης (αρχάγγελος Μιχαήλ)πιο ψηλά, δίπλα στην κεντρική πλατεία του Στούμπου,  και η Κάτω Παναγιά, αφιερωμένη στα Εισόδεια  της Παναγίας. Παλαιότερη ήταν η εκκλησία της μέσης γειτονιάς, η  αγ Άννα. Πολλά μικρότερα εκκλησάκια σώζονται ακόμη ανάμεσα στα σπίτια του οικισμού, στον Κάμπο αλλά και αρκετά έξω από τα στενά οικιστικά όρια, ενώ πολλά άλλα έχουν καταστραφεί.

Περιμετρικά της κεντρικής πλατείας  του οικισμού στο λόφο, που αποκαλούνταν από τους παλιούς κατοίκους του «Κάστρο»,  υπάρχουν καφενεία, ραφεία, κρεοπωλεία, φούρνοι, μπακάλικα και φαρμακείο. Οι κεντρικοί του δρόμοι είναι στρωμένοι με πέτρα από τους ίδιους τους κατοίκους, ενώ οι δύο επιβλητικές εκκλησίες και τα ερείπια των κτηρίων του οικισμού δίνουν μέχρι σήμερα την εντύπωση ενός ευημερούντος χωριού. Στον Κάμπο του Λιβισιού υπήρχαν οι θερινές κατοικίες των Μακρηνών και οι πρόχειρες κατασκευές (αλατσούκια) των Λιβισιανών για θερινή διαμονή, ενώ ο Κάμπος καλλιεργούνταν με οπωροφόρα, αμπέλια και λαχανικά.

Οι Λιβισιανοί ήταν κυρίως μετακινούμενοι τεχνίτες  (γανωτές, μαραγκοί, χτίστες, υποδηματοποιοί, χρυσοχόοι), οι οποίοι λείπουν για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ενδοχώρα και επιστρέφουν στο Λιβίσι με ένα κεφάλαιο που έχει προκύψει από την εργασία τους  κάτω από σκληρές συνθήκες διαβίωσης. Συνήθως επιστρέφοντας σπίτι φέρνουν εκτός από χρήματα και προμήθειες σε είδος (τυριά, βούτυρα, αλεύρι κλπ) φορτωμένες σε ζώο, εξ ου και η παροιμιώδης φράση των Λιβισιανών « Ε, Παναγιά μου,  να φανεί γάραδου  (γάιδαρου) κιφαλάκιν  να ‘νιν  του γουμαράκιν του αλεύριν κι τυράκιν».

Εκπαίδευση

Την εποχή της ακμής των δύο πόλεων βελτιώνεται και η εκπαίδευση. Τα θεμέλια μιας πιο οργανωμένης εκπαίδευσης τίθενται γύρω στο 1848 από τον Μιχαήλ Μουσαίο (παρωνύμιο του πραγματικού επιθέτου Κωνσταντίνου) «το φως του Λιβισιού και της Μάκρης», όπως τον αποκαλούσαν με ευγνωμοσύνη οι μαθητές του. Η Μάκρη όπως και το Λιβίσι είχαν  Αρρεναγωγείο, Παρθεναγωγείο και Αναγνωστήριο, στα πρότυπα λειτουργίας της εκπαίδευσης των χριστιανικών κοινοτήτων της Μ Ασίας, όπου γίνονται ομιλίες και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Οι εκπαιδευτικοί σπουδάζουν στο Αρσάκειο της Αθήνας, στη Ριζάρειο και στο Ιεροσπουδαστήριο της Σάμου ή σε ανάλογα ιδρύματα της Σμύρνης (Ομήρειο Παρθεναγωγείο). Οι ντόπιοι δάσκαλοι και οι δασκάλες καλύπτουν όχι μόνον τις τοπικές ανάγκες αλλά και άλλων γειτονικών κοινοτήτων.

Διοίκηση

Η Μάκρη και το Λιβίσι αποτελούσαν διαφορετικές  κοινότητες, καθεμία από τις οποίες διοικούνταν από εξαμελή Εφοροδημογεροντία, η οποία φρόντιζε για τις θρησκευτικού και κοινωνικού χαρακτήρα υποθέσεις των Χριστιανών (γάμοι, βαπτίσεις, σύνταξη προικοσυμφώνων κ.λπ.), την εκπαίδευση σε συνεννόηση με την εκκλησιαστική αρχή και τις επαφές με την οθωμανική διοίκηση. Από όσα μέχρι στιγμής γνωρίζουμε τα τελευταία βυζαντινά χρόνια αναφέρεται  σε γραπτές πηγές το Λιβίσι ως εκκλησιαστικό κέντρο. Το 1316 αναφέρεται η «Επισκοπή Μάκρης και Λιβυσίου». Το 1576 η Μάκρη αναφέρεται από τον Θεοδόσιο Ζυγομαλά  μεταξύ άλλων τόπων που επισκέπτεται ως απεσταλμένος του πατριάρχη Ιερεμία Β’ για να ζητήσει χρήματα για την οικονομική υποστήριξη του Πατριαρχείου Κων/λεως, ενώ το 1644 αναφέρεται η εξαρχία «Λυβισίου και των πέριξ», που υπάγεται στο μητροπολίτη Μύρων. Το Λιβίσι και η Μάκρη ανήκαν στη μητρόπολη Πισιδίας, η οποία είχε διπλή έδρα, τη Σπάρτη και την Αττάλεια.

Χάρη στη συνετή διοίκηση, κατά το πλείστον, των Εφοροδημογεροντιών κτίστηκαν και συντηρούνταν οι εκκλησίες, αναπτύχθηκε η εκπαίδευση, επιλύονταν ομαλά οι διαφορές μεταξύ του χριστιανικού πληθυσμού και γίνονταν κοινοτικά έργα.

Η  Μάκρη και το Λιβίσι παρουσιάζουν πολλά κοινά πολιτιστικά στοιχεία με τα Δωδεκάνησα ειδικά  τη Ρόδο, τη Σύμη και το Καστελλόριζο,  επίσης με την Κύπρο και τη γειτονική Πισιδία, σχέσεις που αποτυπώνονται στο γλωσσικό ιδίωμα, τη μουσική, την ενδυμασία, αρχιτεκτονική  και τις εθιμικές τελετουργίες. Την εποχή της ακμής  διαμορφώνεται μια μικρή αλλά ρωμαλέα αστική τάξη, δημιουργείται μεγάλος αριθμός επιστημόνων και ικανοποιητικές συνθήκες ζωής για όλους. Είναι το διάστημα της ειρήνης, στη διάρκεια του οποίου οι σχέσεις των χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων περνούν μια φάση ευημερίας.

Η έξοδος των χριστιανών κατοίκων  της περιοχής το 1922  και ο σεισμός του 1957 άλλαξαν σημαντικά την όψη της Μάκρης σε αντίθεση με το Λιβίσι. Στη Μάκρη πολλά ελληνικά σπίτια καταστράφηκαν αλλά διατηρούνται ακόμη κάποια, δυσδιάκριτα, ανάμεσα σε νεώτερες κατοικίες, καταστήματα κλπ,  εφόσον ανήκουν στο σημερινό εμπορικό κέντρο της πόλης. Η επιχωμάτωση επίσης που έγινε μετά το 1970 άλλαξε τη γραμμή της παραλίας. Η πόλη σήμερα ονομάζεται Φετιγιέ προς τιμήν ενός αεροπόρου που σκοτώθηκε υπέρ πατρίδος. Ωστόσο το παλιό όνομα της πόλης  Macri ή Megri στα τούρκικα εμφανίζεται  σε ταμπέλες καταστημάτων και οδηγούς. Η  Μάκρη-Φετιγιέ σήμερα είναι μια ωραία τουριστική πόλη με πάνω από 100.000 κατοίκους, την οποία προσεγγίζει κανείς από την Ελλάδα μέσω Ρόδου με φερυμπωτ ή οδικώς και αεροπορικώς μέσω Κων/λης, Σμύρνης κ.ά.

Το Λιβίσι παρέμεινε ακατοίκητο μετά την αποτυχημένη προσπάθεια εγκατάστασης εκεί ανταλλαξίμων από τη Μακεδονία. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών απέσπασαν από τα κτήρια την ξυλεία, πόρτες, παράθυρα, ξύλα οροφής και άφησαν τα σπίτια και τα μαγαζιά στο έλεος του χρόνου και των καιρικών συνθηκών. Σήμερα το Λιβίσι παραμένει όπως είχε εγκαταλειφθεί το 1922, ένα δείγμα μικρασιατικού  οικισμού του 17ου τουλάχιστον αιώνα, ανέπαφου, που αξίζει προστασίας από το τουρκικό κράτος  και τους διεθνείς οργανισμούς. Οι αρχιτέκτονες των Δωδεκανήσων από την Ελλάδα και της ευρύτερης περιοχής των Μούγλων της Τουρκίας, στην οποία ανήκουν και η Μάκρη και Λιβίσι,  διατηρούν μια τακτική επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων μέσα από μια ανά διετία  Συνάντηση που διεξάγεται εναλλάξ στην Ελλάδα και Τουρκία αλλά χρειάζεται κρατική απόφαση για να γίνουν έργα συντήρησης στο Λιβίσι, το οποίο ήδη κινδυνεύει σοβαρά από τη φθορά του χρόνου. Παρόλη την ερειπιώδη κατάστασή του έχει αναδειχθεί σε τουριστικό αξιοθέατο που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον χιλιάδων τουριστών.

Το 1922 στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών οι Μακρηνοί και Λιβισιανοί εγκαταλείπουν την πατρίδα τους κι έρχονται πρόσφυγες στην Ελλάδα. Έρχονται σχεδόν αποκλειστικά γυναικόπαιδα γιατί οι άνδρες από 16-60 χρόνων είναι εκτοπισμένοι ή υπηρετούν στο εσωτερικό της Ανατολίας υφιστάμενοι διάφορες ταλαιπωρίες. Όσοι διασώθηκαν επιστρέφουν μετά το τέλος του πολέμου και αναζητούν τις οικογένειές τους. Μετά από περιπέτειες και περιπλανήσεις ανά την Ελλάδα μια συμπαγής ομάδα 93 οικογενειών εγκαθίσταται στη θέση Ξυλοκέριζα της ΒΑ Αττικής, κοντά στο Μαραθώνα, η οποία μετονομάζεται σε Νέα Μάκρη εις ανάμνησιν της μικρασιατικής πόλης καταγωγής των κατοίκων της.  Άλλες ομάδες Μακρηνών και Λιβισιανών εγκαθίστανται στην  Ιτέα, το Χρισσό, το Γαλαξίδι , τη Δραπετσώνα, τη Τζια, τη Φαράκλα Εύβοιας, την Ιεράπετρα Κρήτης, το Πλατανάκι Θηβών , το Νέο Λιβίσι Ωρωπού, τη Γιάννουλη Λάρισας  κ.α. Κάποιοι επίσης πριν και μετά το 1922 εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, Νότια Γαλλία (Μασσαλία), Αυστραλία, βορ. Αμερική.

Στη Νέα Μάκρη οι Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 κατάφεραν να αξιοποιήσουν μια δύσκολη και δασώδη περιοχή  με βάλτους  και ελονοσία και μέσα σε τριάντα χρόνια περίπου να σημειώσουν μια αξιόλογη πρόοδο. Η Νέα Μάκρη αφού πέρασε από την αγροτική φάση στη φάση της ανάδειξής της ως παραθεριστικού τόπου, γνώρισε μια έντονη οικοδομική δραστηριότητα οπότε κατεδαφίστηκε σχεδόν όλος ο προσφυγικός συνοικισμός για να δώσει τη θέση του σε νέα κτήρια, καταστήματα κ.λπ., επεκτάθηκε και αναδείχθηκε ως ένα δυναμικό προάστιο-πόλη της  ΒΑ Αττικής. Σήμερα   οι Μακρηνοί και Λιβισιανοί απόγονοι των προσφύγων του ’22 διατηρούν τη μνήμη της καταγωγής τους  μέσα από τη λειτουργία και τη δράση του «Πολιτιστικού  Συλλόγου Μακρηνών-Λιβισιανών Ν Μάκρης» και του μικρού Ιστορικού και Λαογραφικού μουσείου του.  Ο Σύλλογος μέσα από εκθέσεις, εκδόσεις, καταγραφές προφορικών αφηγήσεων, φωτογραφιών και ποικίλες εκδηλώσεις  προσπαθεί να διατηρήσει τη μνήμη αλλά και να συμβάλλει στην πολιτιστική και κοινωνική πρόοδο της περιοχής.

Leave a Reply